EL

ασεβέστατος

Δείτε επίσης:ἀσεβέστατος

. . . ασεβέστατος . . .

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ασεβέστατος η ασεβέστατη το ασεβέστατο
      γενική του ασεβέστατου της ασεβέστατης του ασεβέστατου
    αιτιατική τον ασεβέστατο την ασεβέστατη το ασεβέστατο
     κλητική ασεβέστατε ασεβέστατη ασεβέστατο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ασεβέστατοι οι ασεβέστατες τα ασεβέστατα
      γενική των ασεβέστατων των ασεβέστατων των ασεβέστατων
    αιτιατική τους ασεβέστατους τις ασεβέστατες τα ασεβέστατα
     κλητική ασεβέστατοι ασεβέστατες ασεβέστατα
Κατηγορία όπως «όμορφος» – Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

. . . ασεβέστατος . . .

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under “Creative Commons – Attribution – Sharealike” [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the “GNU Free Documentation License” [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages . Web links: [1] [2]

. . . ασεβέστατος . . .

Back To Top