EL

δυσμεταχείριστος

. . . δυσμεταχείριστος . . .

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δυσμεταχείριστος η δυσμεταχείριστη το δυσμεταχείριστο
      γενική του δυσμεταχείριστου της δυσμεταχείριστης του δυσμεταχείριστου
    αιτιατική τον δυσμεταχείριστο τη δυσμεταχείριστη το δυσμεταχείριστο
     κλητική δυσμεταχείριστε δυσμεταχείριστη δυσμεταχείριστο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δυσμεταχείριστοι οι δυσμεταχείριστες τα δυσμεταχείριστα
      γενική των δυσμεταχείριστων των δυσμεταχείριστων των δυσμεταχείριστων
    αιτιατική τους δυσμεταχείριστους τις δυσμεταχείριστες τα δυσμεταχείριστα
     κλητική δυσμεταχείριστοι δυσμεταχείριστες δυσμεταχείριστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» – Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

. . . δυσμεταχείριστος . . .

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under “Creative Commons – Attribution – Sharealike” [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the “GNU Free Documentation License” [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages . Web links: [1] [2]

. . . δυσμεταχείριστος . . .

Back To Top