EL

μέλλει

Δείτε επίσης:μέλλει

. . . μέλλει . . .

μέλλει (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μέλλει, τρίτο πρόσωπο ενικού του ρήματος μέλλω (σκοπεύω να, πρόκειται να)
δείτε και τη λέξη μέλλεται (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μέλλεται

ΔΦΑ : /ˈme.li/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μέλει
ομόηχο:μέλει, μέλη, μέλι

μέλλει,, παθ.φωνή: μέλλεταιμόνο στο ενεστωτικό θέμα(τριτοπρόσωπο ρήμα)

. . . μέλλει . . .

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under “Creative Commons – Attribution – Sharealike” [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the “GNU Free Documentation License” [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages . Web links: [1] [2]

. . . μέλλει . . .

Back To Top