EL

Χρήστος Γκόκας

Ο Χρήστος Γκόκας (Αμμότοπος Άρτας, 1959) είναι Έλληνας πολιτικός και βουλευτής Άρτας του Κινήματος Αλλαγής. . . . Χρήστος Γκόκας . . . Γεννήθηκε στον Αμμότοπο Άρτας το 1959. Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός απ’όπου αποφοίτησε με άριστα από το πανεπιστήμιο Θράκης το 1983. Ασχολείται με την πολιτική από το 1990, όντας κοινοτικός σύμβουλος Αμμοτόπου Άρτας και […]

Continue Reading
EL

SlideShare

Το SlideShare είναι αμερικανική υπηρεσία φιλοξενίας επαγγελματικού περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένων παρουσιάσεων, γραφημάτων, εγγράφων και βίντεο. Ανήκει στην Scribd. Οι χρήστες έχουν τη δυνατότητα να ανεβάζουν αρχεία ιδιωτικά ή δημόσια σε μορφή PowerPoint, Word, PDF ή OpenDocument. Στη συνέχεια, το περιεχόμενο μπορεί να προβληθεί στον ίδιο τον ιστότοπο, σε κινητές συσκευές ή να ενσωματωθεί σε άλλους ιστότοπους. […]

Continue Reading
EL

ασεβέστατος

Δείτε επίσης :ἀσεβέστατος . . . ασεβέστατος . . . ↓ πτώσεις       ενικός       γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο ονομαστική ο ασεβέστατος η ασεβέστατη το ασεβέστατο       γενική του ασεβέστατου της ασεβέστατης του ασεβέστατου     αιτιατική τον ασεβέστατο την ασεβέστατη το ασεβέστατο      κλητική ασεβέστατε ασεβέστατη ασεβέστατο ↓ πτώσεις   πληθυντικός   γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο ονομαστική οι ασεβέστατοι οι ασεβέστατες τα ασεβέστατα       γενική των […]

Continue Reading
EL

Ζούζι Γέλινεκ

Η Ζούζι Γέλινεκ (Κροατικά: Žuži Jelinek, γεννηθείσα Σουζάνα Φέρμπερ,[3] 17 Ιουλίου 1920 – 23 Ιανουαρίου 2016) ήταν μία γεννημένη στην Ουγγαρία, Κροάτισσα στυλίστρια μόδας, σχεδιάστρια και συγγραφέας. Ζούζι Γέλινεκ Γέννηση 17  Ιουλίου 1920[1][2]Βουδαπέστη Θάνατος 23  Ιανουαρίου 2016Ζάγκρεμπ Εθνικότητα Κροατία Ιδιότητα συγγραφέας και Στυλίστρια μόδας  Σχετικά πολυμέσα δεδομένα (π • σ • ε) . . . Ζούζι Γέλινεκ . . […]

Continue Reading
EL

Δυναστεία των Αρσακιδών της Αρμενίας

Η Δυναστεία των Αρσακιδών της Αρμενίας είναι κλάδος της Δυναστείας των Αρσακιδών της Παρθίας και μέλη της έγιναν βασιλείς της Αρμενίας το διάστημα 54-428. Μετά τα τελευταία έτη της προηγούμενης δυναστείας των Αρταξιαδών (2 π.Χ.) επικρατούσε χάος στην Αρμενία, ώσπου ο Τιριδάτης Α΄ της Αρμενίας, από τους Αρσακίδες βασιλείς της Παρθίας (Περσίας), εξασφάλισε το βασίλειο […]

Continue Reading
EL

Εράκης

Εράκης (Erakis) είναι το ιδιαίτερο όνομα του ημικανονικά παλλόμενου υπεργίγανταμ του αστερισμούΚηφεύς (mu Cephei, μ Cep) και είναι γνωστός ως αστέρας γρανάτης του Χέρσελ ή απλά αστέρας γρανάτης.[1] Είναι ένα από τα μεγαλύτερα και πιο φωτεινά γνωστά άστρα στον Γαλαξία. Το κόκκινο χρώμα του οφείλεται στο γεγονός ότι είναι φασματικής τάξης M2Ia. Αποτελεί ένα σύστημα […]

Continue Reading
EL

δυσμεταχείριστος

. . . δυσμεταχείριστος . . . ↓ πτώσεις       ενικός       γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο ονομαστική ο δυσμεταχείριστος η δυσμεταχείριστη το δυσμεταχείριστο       γενική του δυσμεταχείριστου της δυσμεταχείριστης του δυσμεταχείριστου     αιτιατική τον δυσμεταχείριστο τη δυσμεταχείριστη το δυσμεταχείριστο      κλητική δυσμεταχείριστε δυσμεταχείριστη δυσμεταχείριστο ↓ πτώσεις   πληθυντικός   γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο ονομαστική οι δυσμεταχείριστοι οι δυσμεταχείριστες τα δυσμεταχείριστα       γενική των δυσμεταχείριστων των […]

Continue Reading
EL

κνιδόζωα

. . . κνιδόζωα . . . ↓ πτώσεις   πληθυντικός   ονομαστική τα κνιδόζωα       γενική των κνιδόζωων     αιτιατική τα κνιδόζωα      κλητική κνιδόζωα Κατηγορία όπως «σίδερο» – Παράρτημα:Ουσιαστικά . . . κνιδόζωα . . . This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been […]

Continue Reading
EL

μέλλει

Δείτε επίσης :μέλλει . . . μέλλει . . . μέλλει (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μέλλει, τρίτο πρόσωπο ενικού του ρήματος μέλλω (σκοπεύω να, πρόκειται να) → δείτε και τη λέξη μέλλεται (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μέλλεται ΔΦΑ : /ˈme.li/ τυπογραφικός συλλαβισμός : μέ‐λει ομόηχο:μέλει, μέλη, μέλι μέλλει,, παθ.φωνή: μέλλεταιμόνο στο ενεστωτικό θέμα(τριτοπρόσωπο ρήμα) (απρόσωπο ρήμα)πρόκειται να ↪Έμελλε να γίνει πολύ σπουδαίος. Φαινόταν από […]

Continue Reading
EL

Λουτσιώτισσα

Δείτε επίσης :λουτσιώτισσα . . . Λουτσιώτισσα . . . ↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός   ονομαστική η Λουτσιώτισσα οι Λουτσιώτισσες       γενική της Λουτσιώτισσας των Λουτσιωτισσών     αιτιατική τη Λουτσιώτισσα τις Λουτσιώτισσες      κλητική Λουτσιώτισσα Λουτσιώτισσες Κατηγορία όπως «θάλασσα» – Παράρτημα:Ουσιαστικά . . . Λουτσιώτισσα . . . This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be […]

Continue Reading
Back To Top